δίχηλος

δῐχηλ-ος, ον,
A cloven-hoofed, Hdt.2.71;

δ. ἔμβασις E.Ba.740

:—freq. in [dialect] Dor. form [full] δίχᾱλος, Arist.PA663a31, al.
II with two pincers, prongs, or claws,

πυραγρέτης AP6.92

(Phil.); πάγουρος ib.196 (Stat. Flacc.), cf. Hero Bel.76.10; δίχιλα (sic)

ξύλα BGU 37.4

(i A. D.);

εἰς δίχηλον διεσχισμένος Hero Spir.1.28

.
III Subst., δίχηλα ὕεια pigs' trotters, Luc. Lex.6; cf. διχάλα.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δίχηλος — cloven hoofed masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίχηλος — και δίχαλος, η, ο (AM δίχηλος, ον και δίχαλος, ον) 1. (για ζώα) αυτός που έχει δύο χηλές, με την οπλή χωρισμένη στα δύο 2. διχαλωτός νεοελλ. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα δίχηλα τα αρτιοδάκτυλα θηλαστικά (πρόβατο, γίδα κ.λπ.) των οποίων τα δύο… …   Dictionary of Greek

  • δίχηλον — δίχηλος cloven hoofed masc/fem acc sg δίχηλος cloven hoofed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχήλοις — δίχηλος cloven hoofed masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχήλου — δίχηλος cloven hoofed masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχήλων — δίχηλος cloven hoofed masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχήλῳ — δίχηλος cloven hoofed masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δίχηλα — δίχηλος cloven hoofed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διχηλώ — διχηλῶ ( έω) και διχηλεύω (Α) [δίχηλος] είμαι δίχηλος, έχω οπλές σχισμένες στα δύο …   Dictionary of Greek

  • δίχαλον — δίχᾱλον , δίχηλος cloven hoofed masc/fem acc sg (doric) δίχᾱλον , δίχηλος cloven hoofed neut nom/voc/acc sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ασχιδής — ές (Α ἀσχιδής, ές) 1. (για φύλλα) μη σχισμένος, άσχιστος 2. (για ζώα) ο μη δίχηλος, αυτός του οποίου οι χηλές των ποδιών δεν χωρίζονται σε δύο μέρη. [ΕΤΥΜΟΛ. < α στερ. + σχιδής < σχίζω (πρβλ. ακροσχιδής)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.